Αρρώστησα μανούλα μου Παντελίδη

Από Rebeto-pedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αδίκως, μάνα, κάθεσαι και κλαις και μαραζώνεις,

[όσα κι αν χύνεις δάκρυα, εμένα δε με σώνεις.]]


Μου καταστρέφει την καρδιά, ένα σαράκι, μαύρο

[και χρόνια τώρα, δε μπορώ τη γιατρειά μου να ‘βρω.]]


Τα γιατρικά κι οι συνταγές, εμένα δε με πιάνουν

[και δε μπορούν, μανούλα μου, τον πόνο μου να γιάνουν.]]


Έτσι, της μοίρας ήτανε γραμμένο ν' αρρωστήσω

[και μες στον κόσμο έρημη, μανούλα, να σ’ αφήσω.]]